Η Σχέση Σκύλου – Κηδεμόνα, ως παράγοντας επίδρασης στην απόφαση για επιλογή αγοράς τροφής

γράφουν οι Ολυμπία Χ. Παγκαλίδου και Ανδρέας Θεοδωρακόπουλος

Η έρευνα εκπονήθηκε το καλοκαίρι του 2020 και αφορά στο διαχωρισμό ιδιοκτητών σκύλων σε τρία γκρουπ με σκοπό να αναγνωριστεί η βαρύτητα που δίνει το κάθε γκρουπ στα χαρακτηριστικά των τροφών και τα κριτήρια που επηρεάζουν περισσότερο τις αγορές τους.

Οι ερευνητικοί στόχοι που τέθηκαν ήταν οι παρακάτω:

1. Να διαχωριστούν οι κηδεμόνες σκύλων βάση της σχέσης που έχουν αναπτύξει με τους σκύλους τους.

2. Να διερευνηθούν οι τύποι των σκυλοτροφών που αγοράζονται από κάθε ένα ξεχωριστό γκρουπ.

3. Να αναγνωριστούν τα χαρακτηριστικά των τροφών και τα κριτήρια με τα οποία οι κηδεμόνες διαλέγουν και αγοράζουν σκυλοτροφή, για κάθε γκρουπ ξεχωριστά.

4. Να εξεταστεί η αντίληψη των ιδιοκτητών του κάθε γκρουπ ως προς το φρέσκο-μαγειρεμένο / σπιτικό φαγητό για σκύλους.

5. Να αξιολογηθεί η πρόθεση αλλαγής από την υπάρχουσα σκυλοτροφή σε φρέσκο- μαγειρεμένο / σπιτικό φαγητό για σκύλους.

6. Τέλος, να μετρηθεί η ενδεχόμενη αποδοχή/ χρήση, από τα διαφορετικά γκρουπ, μιας υπηρεσίας παροχής φρέσκο-μαγειρεμένου σπιτικού φαγητού για σκύλους, σε καθημερινή βάση, στην Ελληνική αγορά.

Για την ολοκλήρωση της έρευνας ακολουθήθηκε συνδυασμός μεθόδων και στατιστική ανάλυση βάση προηγούμενων επιστημονικών ερευνών και συγγραμμάτων των Tesfom και Birch (2010), Dotson και Hyatt (2008), Boya, Dotson και Hyatt (2015), Schleicher, Cash και Freeman (2019), Oliveira et al (2014), οι οποίοι είχαν παρουσιάσει τα αποτελέσματά τους, καλύπτοντας, ο κάθε ένας, μέρος των ερευνητικών στόχων της παρούσης, και για διαφορετικές χώρες. Ως εκ τούτου, για να επιτευχθούν όλοι οι στόχοι και να παρουσιαστεί ολοκληρωμένο συμπέρασμα για την Ελλάδα, οι συγγραφείς συμβουλεύτηκαν και ακολούθησαν παραπάνω από μια έρευνα.
Η ακαδημαϊκή έρευνα για τη σχέση σκύλου με άνθρωπο και την ψυχολογία που δημιουργεί αυτή τη σχέση, είναι εκτενής. Έντονο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι επιπτώσεις που έχει η διαφορετική σχέση ανθρώπου με το σκύλο του στις αντιλήψεις του και στην αγοραστική του συμπεριφορά, και έχουν ερευνηθεί στο παρελθόν από πολλούς επιστήμονες (Hirschman, 1994, Belk, 1996, Aylesworth, 1999). Ο Hirschman χρησιμοποίησε τον όρο «Ανθρωπομορφισμός» για να περιγράψει την απόδοση ανθρωπίνων χαρακτηριστικών σε ζώα.
Ανάλογα με το βαθμό ανθρωπομορφισμού που οι κηδεμόνες αποδίδουν στα κατοικίδιά τους, τα θεωρούν ως φίλους, προέκταση του εαυτού τους ή μέλη της οικογένειάς τους. Βάση αυτού του διαχωρισμού και της στενής σχέσης μεταξύ ιδιοκτήτη και σκύλου, μπορούν να κατανοηθούν, να προβλεφθούν και να εξεταστούν οι αγοραστικές συμπεριφορές των καταναλωτών, ιδιοκτητών σκύλων.
Οι Dotson και Hyatt (2008) χρησιμοποιώντας ποιοτικά δεδομένα και ερωτηματολόγια κατέληξαν να ξεχωρίσουν τις παρακάτω 7 διαστάσεις όσον αφορά στις σχέσεις των ιδιοκτητών με τους σκύλους τους:
α) οι σχέσεις συμβίωσης μεταξύ σκύλου και ανθρώπου έχουν κοινό όφελος.
β) οι σκύλο-κεντρικές σχέσεις βλέπουν το σκύλο ως προέκταση του ιδιοκτήτη του ή ως τον καλύτερό του φίλο.
γ) ο «ανθρωπομορφισμός» του σκύλου, δηλαδή να προσδίδουν στο σκύλο ανθρώπινα χαρακτηριστικά και να φτάνει να θεωρείται ως και υποκατάστατο ενός παιδιού.
δ) η φυσική δραστηριότητα του κηδεμόνα είναι συνδεδεμένη με την κατοχή σκύλου.
ε) η επιβολή ή όχι κάποιων ορίων στο σκύλο είναι ανάλογα με τη συναισθηματική σχέση ιδιοκτήτη σκύλου.
στ) οι αγορές εξειδικευμένων προϊόντων, συνδέουν την αγοραστική συμπεριφορά με τη σχέση ιδιοκτήτη-σκύλου.
ζ) η προσαρμογή των συνθηκών διαβίωσης και κατανάλωσης του ανθρώπου γίνεται ανάλογα με τις ανάγκες και ιδιαιτερότητες του σκύλου.
Αυτή η τελευταία διάσταση επηρεάζει πολύ την αγοραστική συμπεριφορά του ιδιοκτήτη (Dotson and Hyatt, 2008)
Μια άλλη πιο πρόσφατη μελέτη των Tesfom και Birch (2010) έφτασε στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος ζωής και όχι τόσο η σχέση των ιδιοκτητών με τους σκύλους τους επηρεάζει την επιλογή σκυλοτροφής. Οι κηδεμόνες ήταν περισσότερο προσεκτικοί και πιστοί στην αγορά σκυλοτροφής παρά στη δικιά τους και η τιμή δεν επηρέαζε τις αγορές τους. Είχαν ως προτεραιότητα την αγορά υγιεινής τροφής για τον σκύλο τους παρά για τους ίδιους.
Όσο οι σκύλοι κερδίζουν τη θέση τους μέσα στην οικογένεια, έρευνες που αφορούν στην καταναλωτική συμπεριφορά των ιδιοκτητών τους γίνονται όλο και πιο λεπτομερείς. Οι Boya Dotson και Hyatt (2015) παρουσίασαν μια διερευνητική μελέτη συγκρίνοντας στοιχεία που επηρέαζαν την επιλογή σκυλοτροφής ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες ιδιοκτητών σκύλων. Χώρισαν τους κηδεμόνες σκύλων σε τρία γκρουπ, τους σκύλο-ανθρώπους (dog people), τους σκύλο-γονείς (dog parents) και τους ιδιοκτήτες κατοικίδιων (pet owners). Ο διαχωρισμός έγινε με βάση τη συναισθηματική σύνδεση και τη σχέση που είχαν αναπτύξει οι κάτοχοι σκύλων με τους ίδιους τους σκύλους τους.
Οι στενότερες και δυνατότερες σχέσεις εμφανίζονταν στο γκρουπ των σκύλο-ανθρώπων. Ο ίδιος διαχωρισμός των Boya Dotson και Hyatt χρησιμοποιήθηκε σε αυτή την έρευνα για να ξεχωρίσουν τα τρία αυτά γκρουπ και να ερευνηθούν τα κριτήρια επιλογής σκυλοτροφής που κάθε γκρουπ θεωρεί πιο σημαντικά. Επίσης επιπλέον κριτήρια επιλογής σκυλοτροφής χρησιμοποιήθηκαν ακολουθώντας και άλλη παρόμοια έρευνα των Schleicher, Cash και Freeman (2019). Τα συμπεράσματα αυτής ήταν ότι εκτός από τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες της σκυλοτροφής, πολύ μεγάλο ρόλο στην επιλογή της παίζουν οι πηγές πληροφόρησης των καταναλωτών, οι συστάσεις τρίτων για προτεινόμενη τροφή και φυσικά η σχέση που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα στον ιδιοκτήτη και τον σκύλο του. Όσο δυνατότερος είναι ο συναισθηματικός δεσμός του ανθρώπου με το σκύλο, τόσο περισσότερη έμφαση δίνει ο ιδιοκτήτης σε υγιεινή, θρεπτική, φρέσκια και καλής ποιότητας τροφή. Η μελέτη αυτή διερεύνησε κατά πόσο τα κριτήρια αυτά ισχύουν και για τους Έλληνες καταναλωτές, κηδεμόνες σκύλων.

Όσο δυνατότερος είναι ο συναισθηματικός δεσμός του ανθρώπου με το σκύλο, τόσο περισσότερη έμφαση δίνει ο ιδιοκτήτης σε υγιεινή, θρεπτική, φρέσκια και καλής ποιότητας τροφή.

Οι τέταρτος και πέμπτος ερευνητικοί στόχοι της μελέτης, η αντίληψη των ιδιοκτητών σκύλων για το σπιτικό μαγειρευτό φαγητό και η πρόθεση αλλαγής τροφής προς αυτό, διερευνήθηκαν βασιζόμενοι σε μελέτη των Oliveira, Brunetto, Da Silva, Jeremias, Tortola, Gomes και Carciofi (2014). Σε αυτή, ο Oliveira και οι υπόλοιποι ερευνητές συμπέραναν ότι ενώ οι αντιλήψεις των καταναλωτών για το σπιτικό φαγητό ήταν θετικές, καθώς θεωρούσαν ότι ενδυνάμωναν τη σχέση τους με το σκυλί τους, οι τροφές ήταν μη ισορροπημένες διατροφικά. Οι ερευνητές παρουσίασαν αρκετούς λόγους ανησυχίας για την ποιότητα των σκυλοτροφών, εμπορικών και μαγειρευτών και λόγους που θα έκαναν τους καταναλωτές να αλλάξουν είδος τροφής.
Οι συγγραφείς της παρούσας μελέτης ζήτησαν από τους Έλληνες κηδεμόνες σκύλων να τους αξιολογήσουν ανάλογα, για να εξεταστεί αν επικρατούν παρόμοιες αντιλήψεις.
Τέλος τέθηκε το ερώτημα εάν οι κηδεμόνες σκύλων θα εμπιστεύονταν και θα αγόραζαν φρέσκο μαγειρεμένο φαγητό για τον πιστό τους φίλο, για να διερευνηθεί η ύπαρξη ή μη εμπορικού ενδιαφέροντος.
Η συγκεκριμένη ερευνητική φιλοσοφία της μελέτης ακολούθησε την προσέγγιση του θετικισμού. Ήταν μια κοινωνιολογική και εμπορική επιστημονική έρευνα με επαγωγική συλλογιστική προσέγγιση. Η στρατηγική συλλογής δεδομένων ήταν η δημοσκόπηση, με ερευνητικό εργαλείο ένα ερωτηματολόγιο διαμορφωμένο σε δύο γλώσσες, Ελληνικά και Αγγλικά, και με ερωτήσεις οι οποίες είχαν χρησιμοποιηθεί σε ανάλογες προηγούμενες έρευνες. Το ερωτηματολόγιο στάλθηκε σε μόνιμους κατοίκους της Ελλάδας, κηδεμόνες σκύλων, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, κοινωνικών δικτύων και άλλων εφαρμογών επικοινωνίας. Επίσης δυο κτηνιατρικές κλινικές και τρία καταστήματα με είδη κατοικίδιων προώθησαν το ερωτηματολόγιο στην πελατειακή τους βάση, στη πόλη της Αθήνας. Ζητήθηκε από όλους τους συμμετέχοντες να το προωθήσουν ανάλογα σε άλλους κηδεμόνες σκύλων που γνώριζαν, με τη μέθοδο δειγματοληψίας χιονοστιβάδας (όπως και στους Boya, Dotson και Hyatt, 2015), για να φτάσει η συμμετοχή σε επιθυμητό μέγεθος δείγματος, μια και η φυσική παρουσία ερευνητών σε ιατρεία και καταστήματα ήταν πολύ περιορισμένη λόγω ειδικών συνθηκών της πανδημίας covid-19.

Στην έρευνα πήραν μέρος τωρινοί αλλά και πρώην κηδεμόνες σκύλων, ενώ εξαιρέθηκαν όσοι άλλοι δεν είχαν σκύλο ή και είχαν κάποιο άλλο κατοικίδιο. Από το σύνολο των 309 απαντήσεων, οι έγκυρα συμπληρωμένες απαντήσεις που χρησιμοποιήθηκαν ήταν 278. Το μεγαλύτερο ποσοστό των συμμετεχόντων ήταν γυναίκες (73,7%), ενώ οι άντρες ήταν στο 26,3%. Στην ηλικία των συμμετεχόντων υπήρχε κανονική κατανομή μεταξύ των ηλικιακών ομάδων. Οι περισσότεροι (61,5%) δήλωσαν ότι είχαν ένα σκύλο την περίοδο της έρευνας και σχεδόν όλοι είχαν πείρα με σκύλους. Το 50% είχαν στην κατοχή τους σκύλο παραπάνω από 11 χρόνια, ενώ μόνο το 11,5% ήταν νέοι κηδεμόνες (τρία ή λιγότερα χρόνια). Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό(86,3%) των ιδιοκτητών είχαν τα σκυλιά τους μέσα στα σπίτια τους, είτε ελεύθερα ή σε κάποιο περιορισμένο χώρο μέσα στο σπίτι.

Πρώτος ερευνητικός στόχος:
Διαχωρισμός κηδεμόνων σκύλων

Αρχίζοντας από τον πρώτο ερευνητικό στόχο, να γίνει διαχωρισμός των κηδεμόνων σκύλων, η ανάλυση των δεδομένων, με K-means cluster analysis, βασίστηκε στις προτάσεις που αξιολογήθηκαν με την κλίμακα Likert, από 1 ως 5, στο βαθμό που διαφωνούσαν ή συμφωνούσαν οι συμμετέχοντες.
Σχηματίστηκαν τρία διαφορετικά συμπλέγματα/γκρουπ με σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, ως προς τον τρόπο αξιολόγησης των προτάσεων. Οι προτάσεις αφορούσαν στο συναισθηματικό δεσμό ανθρώπου με σκύλο, στο βαθμό «ανθρωπομορφισμού» του σκύλου, στη σχέση συμβίωσης, στην επιβολή ορίων, και στην προσαρμογή του τρόπου ζωής και των αγοραστικών συνηθειών του ιδιοκτήτη.

Το σύμπλεγμα 1 – “Ιδιοκτήτες Κατοικίδιων – Pet Owners” που συμπεριελάμβανε 64 άτομα, ήταν κυρίως αρνητικοί (διαφωνούσαν με τις περισσότερες προτάσεις) και παρουσίασαν χαμηλό μέσο όρο 1.83, με την πλειοψηφία των απαντήσεών τους να βρίσκονται στα 1- «Διαφωνώ απόλυτα» με 3- «Ούτε συμφωνώ ούτε διαφωνώ». Η μόνη ομοιότητα με τα άλλα δύο συμπλέγματα ήταν ότι θεωρούσαν το σκύλο ως μέλος της οικογένειας αλλά του συμπεριφέρονται ως ζώο και όχι ως άνθρωπο ή ως παιδί τους. Δεν ήταν πολύ δεμένοι συναισθηματικά με το σκύλο, δεν του αφιέρωναν περισσότερο χρόνο από ότι σε άλλους ανθρώπους, και είχαν ορίσει και επιβάλει όρια συμπεριφοράς ή και χωροταξικά στην κατοικία τους.

Το σύμπλεγμα 2 – “Σκύλο-γονείς – Dog Parents” συμπεριελάμβανε 131 άτομα και ήταν το μεγαλύτερο σε μέγεθος γκρουπ. Τα μέλη του έδειχναν περισσότερη συναισθηματική σύνδεση με το σκύλο τους, τον θεωρούσαν ως μέλος της οικογένειας ή παιδί, αλλά δεν περνούσαν τον περισσότερο χρόνο μαζί του, αντί με ανθρώπους (μ.ο 2,03). Επέτρεπαν ελευθερία κινήσεων μέσα στο σπίτι, χωρίς όμως να αφήνουν το σκύλο να κοιμάται επάνω στο κρεβάτι. Επίσης δεν ήταν πρόθυμοι να αλλάξουν διαρρύθμιση στο σπίτι τους (μ.ο 1,98) ή να διαφοροποιήσουν τις αγορές τους (μ.ο 1,63)

Το σύμπλεγμα 3 – “Σκύλο-άνθρωποι – Dog People” συμπεριελάμβανε τα υπόλοιπα 83 άτομα. Όπως ήταν αναμενόμενο, το σύμπλεγμα αυτό είχε το υψηλότερο μέσο σε όλες τις προτάσεις και οι συμμετέχοντες ήταν αυτοί που είχαν αναπτύξει τους πιο δυνατούς δεσμούς με τoυς σκύλους τους. Οι σκύλοι υπολογίζονταν ως άνθρωποι και οι κηδεμόνες τους ήταν πρόθυμοι να κάνουν τις απαραίτητες αλλαγές στη ζωή τους για να φροντίσουν τους πιστούς τους φίλους. Το γκρουπ αυτό παρουσίαζε τις περισσότερες σημαντικές διαφορές από τα άλλα δύο.
Συμπερασματικά, ο διαχωρισμός που προτείνονταν από τους ερευνητές σε προηγούμενες έρευνες έδειχνε πως ίσχυε και για το κοινό της Ελλάδας.
Τα τρία συμπλέγματα αναγνωρίστηκαν και ξεχωρίστηκαν ανάλογα με τις απαντήσεις που έδωσαν στις προτάσεις του ερωτηματολογίου.

Δεύτερος ερευνητικός στόχος:
Αναγνώριση δημοφιλέστερων τύπων τροφής & καναλιών διανομής

Ο δεύτερος ερευνητικός στόχος ήταν να αναγνωριστούν οι πιο δημοφιλής τύποι τροφής και τα κανάλια διανομής τους. Ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να δηλώσουν τους τύπους σκυλοτροφής που αγόραζαν για τους σκύλους τους και από τι είδος καταστήματα αγόραζαν.
Στο σύνολο του δείγματος, η πιο δημοφιλής τροφή ήταν η κροκέτα, με 26,7% στους «ιδιοκτήτες κατοικίδιων» (σύμπλεγμα 1), 26,4% στους «σκύλο-γονείς» (σύμπλεγμα 2) και λίγο χαμηλότερο ποσοστό (21,4%) στους «σκύλο-ανθρώπους» (σύμπλεγμα 3).
Ο συνδυασμός ξηράς τροφής με μαγειρευτό φαγητό ήταν δεύτερη επιλογή στους «ιδιοκτήτες κατοικίδιων» και τρίτη επιλογή στους «σκύλο-γονείς» και στους «σκύλο-ανθρώπους».
Και τα τρία γκρουπ προτιμούσαν επώνυμες τροφές, στο γκρουπ 1 τις κατέταξαν τρίτες στη σειρά ενώ στα γκρουπ 2 και 3 τις κατέταξαν στη δεύτερη θέση. Οι τροφές ιδιωτικής ετικέτας συγκέντρωσαν μόνο 5% στο πρώτο γκρουπ – «ιδιοκτήτες κατοικίδιων» ενώ στα άλλα δύο το ποσοστό ήταν κοντά στο 1%. Οι τροφές χωρίς σιτηρά (grain free) και οι οργανικές/ ολιστικές (organic/ holistic) παρουσίασαν πολύ μικρά ποσοστά στο γκρουπ 1 (2% και 1% ανάλογα) αλλά προτιμήθηκαν περισσότερο από τους «σκύλο-γονείς», γκρουπ 2 (7,7% και 3,7% ανάλογα) και ακόμα περισσότερο από τους «σκύλο-ανθρώπους», γκρουπ 3(8,1% και 9,2%). Τα αποτελέσματα αυτά έδειξαν ξεκάθαρα ότι υπάρχουν κάποιες βασικές διαφορές στην αγοραστική συμπεριφορά των ιδιοκτητών σκύλων.
Τα τρία συμπλέγματα διέφεραν επίσης και στην επιλογή των καταστημάτων για την προμήθεια της σκυλοτροφής. Οι «σκύλο-γονείς» (με 29,4%) και οι «σκύλο-άνθρωποι» (με 29,8%) προτιμούσαν να αγοράζουν από μεγάλα καταστήματα κατοικίδιων, όπου ήταν πιο εύκολο να βρουν ποικιλία επώνυμων, «χωρίς σιτηρά» και οργανικών σκυλοτροφών, με δεύτερη επιλογή τις μικρότερες μπουτίκ ζώων (16,9% και 16,8% αντίστοιχα). Τα on-line καταστήματα προτιμήθηκαν ως τρίτη επιλογή από τους «σκύλο-ανθρώπους». Οι «ιδιοκτήτες κατοικίδιων» χρησιμοποιούσαν τα μεγάλα καταστήματα με ποσοστό 22% ενώ είχαν ως κύριο κανάλι προμήθειας σκυλοτροφής το σούπερ μάρκετ (27,5%), ίσως λόγο ευκολίας. Μόνο ένα μικρό ποσοστό σε όλα τα γκρουπ δήλωσε ότι μαγειρεύει μόνο του την τροφή του σκύλου του, 9-10% με μεγαλύτερο ποσοστό 11,5% στο γκρουπ των «σκύλο-ανθρώπων».

Τρίτος ερευνητικός στόχος:
Διερεύνηση σημαντικοτερων χαρακτηριστικών σκυλοτροφών για κάθε κατηγορία κηδεμόνα

Όσο αφορά στον τρίτο στόχο της έρευνας, να διερευνηθούν τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά των σκυλοτροφών, για το κάθε σύμπλεγμα κηδεμόνων, τα αποτελέσματα παρουσιάζονται παρακάτω. Ως προς το σύνολο των 278 συμμετεχόντων, τα 5 πιο δημοφιλή χαρακτηριστικά που είχαν σχέση με τη σύνθεση της τροφής ήταν η ποιότητα (22,40%), η περιεκτικότητα κρέατος (12,53%), η υψηλή περιεκτικότητα πρωτεΐνης (9,47%), η απουσία γενετικά μεταλλαγμένων συστατικών (8,67%) και η απουσία σιτηρών μαζί με τα φυσικά συστατικά (7,87%). Μελετώντας τις απαντήσεις για το κάθε σύμπλεγμα ξεχωριστά, η ποιότητα της τροφής ήταν πιο σημαντική για όλους, με 24,52% για το πρώτο, 22,95% για το δεύτερο και 20,09% για το τρίτο γκρουπ. Η περιεκτικότητα σε κρέας ήταν δεύτερη πιο σημαντική στα δύο πρώτα γκρουπ, ενώ ήταν τρίτη μαζί με την απουσία σιτηρών και την υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη, στο τρίτο γκρουπ των «σκύλο-ανθρώπων». Οι «σκύλο-άνθρωποι» αξιολόγησαν ως δεύτερο πιο σημαντικό κριτήριο την απουσία μεταλλαγμένων συστατικών στην τροφή (10,48%). Η εμφάνιση και η μυρωδιά ήταν αρκετά σημαντικά για το πρώτο σύμπλεγμα ενώ σχεδόν ασήμαντα για τα άλλα δυο, «σκύλο-γονείς» και «σκύλο-άνθρωποι». Σε αντίθεση, η ολιστική/ οργανική τροφή δεν είχε σχεδόν καμία σημασία (1,94%) για το πρώτο σύμπλεγμα των «ιδιοκτητών κατοικίδιων», ενώ οι «σκύλο-άνθρωποι» την κατέταξαν τέταρτη με 8.73%.
Τα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με εμπορικούς ισχυρισμούς που προσδίδονται στις σκυλοτροφές ήταν τα επόμενα που ζητήθηκε να αξιολογηθούν ως προς τη σημαντικότητά τους στην επιλογή τροφής. Με ποσοστό 30,55% το πιο σημαντικό στο σύνολο των συμμετεχόντων, αλλά και στα τρία γκρουπ, ήταν η ένδειξη ανάλογα με ηλικία/ μέγεθος/ ράτσας σκύλου στην σκυλοτροφή. Η ένδειξη ισορροπημένη διατροφή (22,02%) και η νοστιμάδα (15,28%) αξιολογήθηκαν ως ακολούθως σημαντικά. Η ισορροπημένη διατροφή ήταν δεύτερη πιο σημαντική για τα συμπλέγματα 2-«σκυλογονείς» και 3-«σκυλο-άνθρωποι» αλλά στην τρίτη θέση για το σύμπλεγμα 1-«ιδιοκτήτες κατοικίδιου».
Η νοστιμάδα αναφερόταν ως δεύτερη σημαντική για το πρώτο σύμπλεγμα-«ιδιοκτήτες κατοικίδιου» και τρίτη στα άλλα δύο. Στα υπόλοιπα χαρακτηριστικά εμπορικών ισχυρισμών οι αξιολογήσεις των συμμετεχόντων δεν είχαν σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάλογα με τα γκρουπ.
Η αξιολόγηση τέλος κάποιων πιο γενικών χαρακτηριστικών που δεν αφορούσαν άμεσα τις σκυλοτροφές κατέληξε στα παρακάτω αποτελέσματα:
Η σύσταση τροφής από κτηνίατρο ήταν ο πρώτος και σημαντικότερος λόγος αγοράς της, για όλα τα γκρουπ με 23,84% για το σύνολο (21,55% για «ιδιοκτήτες κατοικίδιων», 24,63% για «σκύλο-γονείς» και 24,18% για «σκύλο-ανθρώπους». Η κατανόηση της ετικέτας στην τροφή ήταν ο δεύτερος λόγος επιλογής τροφής. Ακολουθούσαν η σύσταση από διατροφολόγο σκύλων και η δημοφιλής μάρκα τροφής. Εστιάζοντας στα ξεχωριστά συμπλέγματα, αξίζει να σημειωθεί ότι το χαμηλότερο κόστος τροφής και η παρουσία έκπτωσης/ προσφοράς αξιολογήθηκαν ψηλότερα από τους «ιδιοκτήτες κατοικίδιων» (9,48% και 8,62%), χαμηλά από τους «σκύλο-γονείς» (2,61% και 7,09%) και σημαντικά χαμηλότερα από τους «σκύλο-ανθρώπους» (1,31% και 2,61%). Επίσης οι «σκύλο-άνθρωποι» υπολόγιζαν περισσότερο στη γνώμη και σύσταση τροφής από ένα διατροφολόγο σκύλων, κατατάσσοντας τη στη δεύτερη θέση με 16,99%.ενω σε αντίθεση οι «ιδιοκτήτες κατοικίδιων» έδωσαν μόνο 3.45% ποσοστό. Η διαφήμιση, τα κοινωνικά δίκτυα, οι συστάσεις από εκτροφείς, συγγενείς και φίλους δεν έδειξαν να επηρεάζουν τόσο πολύ την τελική απόφαση αγοράς σκυλοτροφής.

Το πιο αξιόπιστο μέσο που εμπιστεύονταν περισσότερο όλοι οι συμμετέχοντες για την σύσταση σκυλοτροφής ήταν πρωτίστως ο κτηνίατρός τους (29,97%). Ακολουθούσαν η προσωπική πείρα, η προσωπική ενασχόληση και η έρευνα για τις σκυλοτροφές και μετά η έρευνα στο διαδίκτυο, εταιρικές σελίδες και πληροφορίες από τις συσκευασίες των προϊόντων. Τα αποτελέσματα ήταν σχετικά όμοια και στα τρία γκρουπ.

Κριτήρια επιλογής τροφής με βάση τη σύσταση της τροφής ανά γκρούπ



Αντίληψη συμμετεχόντων για το φρέσκο μαγειρευτό φαγητό

Το επόμενο στάδιο της έρευνας ήταν να εξεταστεί η αντίληψη των συμμετεχόντων για το φρέσκο μαγειρευτό φαγητό για σκύλους. Μια σειρά από προτάσεις αξιολογήθηκαν με τη μέθοδο Likert κατά την οποία οι κηδεμόνες απαντούσαν σε κλίμακα από 1 ως 5, στο βαθμό που διαφωνούσαν ή συμφωνούσαν με την κάθε πρόταση. Και τα τρία συμπλέγματα δήλωσαν ότι ήταν καλά ενημερωμένοι ως προς τη σωστή και καλή διατροφή του σκύλου τους (με αντίστοιχα μέσους όρους στο 3,47 για το γκρουπ 1, 4,00 για το γκρουπ 2 και 4,39 για το γκρουπ 3). Τα μέλη των γκρουπ 2 και 3 έψαχναν ενεργά για πληροφορίες και γνώριζαν για τιμολογιακές διακυμάνσεις ανάλογα με το είδος των τροφών.
Η γνώμη των συμμετεχόντων για την αξιοπιστία των διάφορων εμπορικών ισχυρισμών για τις σκυλοτροφές ήταν ουδέτερη, καθώς δεν τις θεωρούσαν παραπλανητικές ούτε δήλωσαν ότι δυσκολεύονται στην κατανόηση των ετικετών. Όλες οι αξιολογήσεις των προτάσεων ήταν πολύ κοντά στο 3 μέσο όρο, δηλαδή είχαν ουδέτερη στάση. Οι ιδέες της συχνής αλλαγής σκυλοτροφής για να μην τη βαριέται ο σκύλος και του σπιτικού μαγειρέματος τροφής για να ενδυναμωθεί η σχέση ιδιοκτήτη-σκύλου έβρισκαν λίγο πιο σύμφωνους τους «σκύλο-ανθρώπους».
Ενώ όμως το ίδιο γκρουπ πίστευε ότι η σπιτική τροφή ήταν πιο υγιεινή και θρεπτική (σε αντίθεση με τα άλλα δύο γκρουπ), δεν θεωρούσαν ότι ένα απλό γεύμα από ρύζι και κρέας ήταν ικανοποιητικό. Μια λύση από ειδικούς διατροφολόγους σκύλων θα τους έβρισκε πιο σύμφωνους. Τέλος, αν υπήρχε ευχέρεια χρόνου, οι «σκύλο-γονείς» και οι «σκύλο-άνθρωποι» θα ήθελαν να μαγειρεύουν οι ίδιοι για τον σκύλο τους.
Επομένως οι πιο σημαντικοί λόγοι για τους οποίους οι συμμετέχοντες ήταν διατεθειμένοι να αλλάξουν τύπο τροφής για τον σκύλο τους και να στραφούν στο μαγειρευτό φαγητό αναφέρονται παρακάτω. Οι κύριοι λόγοι ήταν να προταθεί η αλλαγή από τον κτηνίατρο (12,20%) και για να αντιμετωπιστεί ένα ιατρικό πρόβλημα (11,16%). Ειδικά στα γκρουπ 1-«ιδιοκτήτες κατοικίδιων» και 2- «σκύλο-γονείς», τα ποσοστά ακολουθούσαν αυτά του γενικού δείγματος. Αντίθετα όμως για το γκρουπ 3- «σκύλο-ανθρώπων», η αποφυγή χημικών και συντηρητικών στις τροφές (14,61%), τα φρέσκα και φυσικά συστατικά (11,61%) και ο έλεγχος των υλικών και συστατικών των γευμάτων (11,24%) ήταν οι πρώτοι τρεις λόγοι, με τη σύσταση από τον κτηνίατρο να καταλήγει στην πέμπτη θέση μαζί με την πρόληψη αλλεργιών (9,36%). Στο γενικό δείγμα, τα φρέσκα και φυσικά συστατικά στα γεύματα (10,93%) ήταν στην τρίτη θέση (όπως και στα συμπλέγματα 1 και 2) και η αποφυγή χημικών και συντηρητικών ήταν στην τέταρτη θέση με 10,70% (όπως και στο σύμπλεγμα 1-«ιδιοκτήτες κατοικίδιων», αλλά στην πέμπτη θέση στο σύμπλεγμα 2-«σκυλογονείς»). Ο έλεγχος των υλικών και συστατικών βρέθηκε σε υψηλότερη θέση (8,59%) στο γκρουπ των «ιδιοκτητών κατοικίδιων» παρά στο γκρουπ των «σκύλο-γονέων» (7,18%), που δεν ήταν αναμενόμενο. Οι «ιδιοκτήτες κατοικίδιων» θα ήθελαν να συνδυάσουν το μαγείρεμα τους με αυτό του σκύλου (6,06%) και θα το έκαναν και για πιο οικονομικούς λόγους (5,56%). Σε αντίθεση οι «σκύλο-άνθρωποι» θεώρησαν λόγους για αλλαγή την ποικιλία τροφών και την αμφιβολία ποιότητας των εμπορικών τροφών (7,87%). Πολλοί λίγοι ανάφεραν ως λόγους την περιέργεια, την ευκολία προετοιμασίας ή τη δημοτικότητα των μαγειρευτών φαγητών για σκύλους. Ενδιαφέρον ήταν το χαμηλό ποσοστό των ερωτηθέντων οι οποίοι δεν θα μαγείρευαν στο σπίτι για τον σκύλο τους αλλά θα έψαχναν κάποια άλλη εναλλακτική λύση, χωρίς να αποκλείουν την αγορά έτοιμου μαγειρευτού φαγητού.
Οι συμμετέχοντες ερωτήθηκαν και για λόγους οι οποίοι θα τους απέτρεπαν από το να προσφέρουν μαγειρευτό φαγητό στον σκύλο τους. Ο χρόνος προετοιμασίας (19,31%) ήταν η πιο δημοφιλής απάντηση στο γενικό δείγμα, με επόμενη την έλλειψη χρόνου ή/και επιθυμίας για μαγείρεμα (17,57%) και την πεποίθηση ότι το σπιτικό φαγητό δεν είναι θρεπτικά ισορροπημένο (16,02%). Η διάρκεια συντήρησης του φαγητού, σε σχέση με κονσέρβα ή ξηρά τροφή (15,06%) αξιολογήθηκε ως πέμπτος λόγος. Ενώ ένα 7.34% από το γενικό δείγμα δήλωσε ότι ήδη μαγειρεύει το φαγητό του σκύλου ή τον ταΐζει μαγειρευτό φαγητό.
Οι «ιδιοκτήτες κατοικίδιων» – σύμπλεγμα 2, δήλωσαν την έλλειψη χρόνου/ επιθυμίας να μαγειρέψουν για το σκυλί τους (23,85%) περισσότερο από τον απαιτούμενο χρόνο παρασκευής του μαγειρευτού φαγητού (20,77%) ως πιο σημαντικό λόγο. Οι «σκύλο-γονείς» έβαλαν τη μη-ισορροπημένη θρεπτικά διατροφή ως κύριο λόγο (19,66%). Εν αντιθέσει, οι «σκύλο-άνθρωποι», ενώ ήταν αναμενόμενο να απαντήσουν κατά τον ίδιο τρόπο με τους «σκύλο-γονείς», δήλωσαν τον χρόνο προετοιμασίας, τη διάρκεια συντήρησης και τη θρεπτική σύσταση του σπιτικού μαγειρευτού φαγητού σαν τους κυριότερους αποτρεπτικούς λόγους υιοθέτησης του μαγειρέματος. Για τους παραπάνω λόγους, είχαν και μικρότερο ποσοστό ιδιοκτητών, από όλα τα γκρουπ, που ήδη τάιζαν μαγειρευτό φαγητό στα σκυλιά τους.

Μέτρηση αποδοχής μιας υπηρεσίας μαγειρευτού φαγητού για σκύλους

Ο τελευταίος στόχος της έρευνας ήταν να μετρήσει την αποδοχή μιας υπηρεσίας μαγειρευτού φαγητού για σκύλους.
Χρησιμοποιήθηκαν δύο προτάσεις, για την πρόθεση αγοράς και για την τιμή μιας τέτοιας υπηρεσίας, και η αξιολόγησή τους έγινε και πάλι με τη μέθοδο Likert (1-διαφωνώ απόλυτα, 5-συμφωνώ απόλυτα). Όπως διαπιστώθηκε, από το μέσο όρο στο συνολικό δείγμα αλλά και στα τρία συμπλέγματα, οι συμμετέχοντες δεν έδειξαν μεγάλο βαθμό συμφωνίας ή διαφωνίας. Συγκεκριμένα όμως για κάθε γκρουπ, οι «σκύλο-άνθρωποι» ήταν πιο δεκτικοί στην ιδέα αγοράς έτοιμης φρεσκομαγειρεμένης τροφής (μ.ο. 3,88) και ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν λίγο παραπάνω (μ.ο.3,83). Τα άλλα δύο γκρουπ (1 και 2) απάντησαν ουδέτερα στην πιθανότητα αγοράς μαγειρευτής τροφής (μ.ο. 3,09 και 3,04) και ήταν πιο επιφυλακτικοί στο να διαθέσουν παραπάνω χρήματα (με μ.ο. 2,70 κα 2,94 αντίστοιχα για το 1ο και 2ο γκρουπ).
Συνοψίζοντας κάποια από τα βασικά αποτελέσματα της έρευνας, οι Έλληνες κηδεμόνες σκύλων μπορούν να διαχωριστούν στα ίδια τρία γκρου που είχαν αναγνωρίσει και πρότειναν οι Boya, Dotson και Hyatt (2015), τους «ιδιοκτήτες κατοικίδιων» (pet owners), τους «σκύλο-γονείς» (dog parents) και τους «σκύλο-ανθρώπους» (dog people).
Η επώνυμη και ξηρά τροφή (κροκέτα) διατηρούσε ακόμα την κύρια θέση στην επιλογή τροφής, σε όλα τα γκρουπ. Ο συνδυασμός ξηράς τροφής με κάποιο είδος μαγειρευτού φαγητού ήταν ακόλουθη επιλογή για τους «ιδιοκτήτες κατοικίδιου» και τρίτη για τους «σκύλο-γονείς». Ενώ για τους «σκύλο-ανθρώπους» δεύτερη επιλογή ήταν οι οργανικές/ ολιστικές τροφές. Οι απλοί «ιδιοκτήτες κατοικίδιων» δεν ενδιαφέρονταν για ολιστικές, οργανικές ή χωρίς σιτηρά τροφές. Το σπιτικό μαγειρευτό φαγητό, η κονσέρβα, ο συνδυασμός μαγειρευτού με κονσέρβα και τα αποφάγια ανθρώπινης τροφής δεν ήταν τόσο ψηλά στις επιλογές τους, όσο αναμένονταν. Αν και το συνολικό ποσοστό όσων τάιζαν κάποιο είδος μαγειρευτού, ή και συνδυασμό, ήταν περίπου στο 30%, η επιλογή «μαγειρεύω για το σκύλο μου» ήταν μόνο 10%. Επίσης το ποσοστό της επιλογής «σούπερ μάρκετ- τμήμα ανθρώπινων τροφών» για την προμήθεια υλικών-τροφής ήταν χαμηλότερο από το αναμενόμενο, βάση των παραπάνω.
Οι «σκύλο-γονείς» και οι «σκύλο-άνθρωποι» επέλεγαν τα μεγαλύτερα πολυκαταστήματα ή τις μικρότερες μπουτίκ κατοικίδιων για την αγορά σκυλοτροφής, πιθανότερα διότι εκεί υπήρχε μεγαλύτερη ποικιλία επώνυμων, οργανικών, ολιστικών και χωρίς σιτηρά τροφών, που προτιμούσαν. Σε αντίθεση οι «ιδιοκτήτες κατοικίδιων» εξυπηρετούνταν πιο εύκολα από τα σούπερ μάρκετ.
Η ποιότητα, η περιεκτικότητα σε κρέας, το ποσοστό πρωτεΐνης και τα φυσικά συστατικά της τροφής ήταν πιο σημαντικά για τα δύο πρώτα γκρουπ.

Οι «ιδιοκτήτες κατοικίδιων» διάλεγαν την ποικιλία, το άρωμα και την εμφάνιση για επόμενα, ενώ οι «σκύλο-γονείς» έδιναν σημασία στην απουσία σιτηρών και την απουσία μεταλλαγμένων συστατικών (GMOs). Οι δε «σκύλο-άνθρωποι» αναζητούσαν πρώτα ποιότητα, απουσία μεταλλαγμένων συστατικών, απουσία σιτηρών και μετά περιεκτικότητα κρέατος και πρωτεΐνης, οργανικές και ολιστικές σκυλοτροφές. Φαίνεται μια διαφορά στον τρόπο αγοράς ανάμεσα στα γκρουπ. Οι «ιδιοκτήτες κατοικίδιων» πραγματοποιούσαν πιο απλοϊκές αγορές ενώ τα άλλα δυο γκρουπ αγόραζαν μετά από περισσότερη έρευνα και σκέψη.
Άλλα χαρακτηριστικά που θεωρήθηκαν σημαντικά και από τα τρία γκρουπ ήταν η επιλογή της τροφής ανάλογα με τη ράτσα, το μέγεθος και την ηλικία του σκύλου, η ισορροπημένη διατροφική σύσταση και η όρεξη με την οποία τρώει ο σκύλος την τροφή. Όσο αφορά στη σύσταση από κάποιο άλλο πρόσωπο ή άλλη πηγή, την πρώτη θέση είχε ο κτηνίατρος.
Ακολουθούσαν η εύκολη κατανόηση της ετικέτας, η πρόταση από επαγγελματία διατροφολόγο σκύλων και να είναι μια από τις γνωστές διαδεδομένες μάρκες τροφών. Οι «ιδιοκτήτες κατοικίδιων» ήταν πιο ευαίσθητοι ως προς την τιμή, πιθανές εκπτώσεις ή προσφορές στις τροφές, από τους «σκύλο-ανθρώπους», ενώ αυτοί σε αντίθεση, έδιναν περισσότερη αξία σε προτάσεις διατροφολόγων. Η γνώμη εκτροφέων σκύλων, φίλων, μελών οικογένειας και οι προβολές στα μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα ήταν σχεδόν ασήμαντοι παράγοντες για όλα τα γκρουπ.
Οι συμμετέχοντες, πιστεύοντας ότι είναι καλά ενημερωμένοι, διενεργούσαν και τη δική τους προσωπική έρευνα στο διαδίκτυο και στην αγορά, όσον αφορούσε στην τελική επιλογή τροφής, και η προσωπική τους πείρα έπαιζε μεγάλο ρόλο. Η βολική τοποθεσία του καταστήματος ερχόταν σε προτεραιότητα έναντι του τόπου (χώρας) προέλευσης και παραγωγής της τροφής, για τους «ιδιοκτήτες κατοικίδιων». Χωρίς να είναι η έρευνα σε θέση να μετρήσει αν και κατά πόσο το σκάνδαλο του 2007 (με σκυλοτροφές από την Κίνα που είχαν προκαλέσει το θάνατο σε αρκετά σκυλιά στην Αμερική) είχε επηρεάσει και την αντίληψη των Ελλήνων καταναλωτών, οι «σκύλο-γονείς» και οι «σκύλο-άνθρωποι» ήταν ιδιαίτερα πιο ευαισθητοποιημένοι ως προς τον τόπο προέλευσης της τροφής (Remillard, 2008, Tesfom, 2010, Boya, Dotson, Hyatt, 2012). Οι αντιλήψεις τους ήταν ουδέτερες ως προς τους εμπορικούς ισχυρισμούς κάθε μάρκας τροφής, τις πληροφορίες που παρέχονταν, τις ετικέτες και τη συσκευασία τους. Έδειχναν εμπιστοσύνη στις εμπορικές μάρκες και τη διατροφική τους αξία. Η ιδέα του σπιτικού φρέσκου φαγητού δεν ήταν ξεκάθαρα θετικά αποδεκτή. Δεν ήταν απλά υπόθεση «κρέας και ρυζιού» αλλά χρειαζόντουσαν παραπάνω υλικά για να γίνει θρεπτικά ισορροπημένη. Περισσότερο δεκτικοί στην ιδέα ήταν οι «σκύλο-άνθρωποι» ενώ οι «ιδιοκτήτες σκύλων» ήταν σχεδόν αδιάφοροι και οι «σκύλο-γονείς» βρισκόντουσαν στη μέση. Η πράξη της προετοιμασίας και του μαγειρέματος δεν έδειχνε και τόσο ενθαρρυντική.
Για να ξεκαθαρίσουν περισσότερο οι αντιλήψεις για το μαγειρευτό σπιτικό φαγητό, οι συμμετέχοντες ερωτήθηκαν τους λόγους για του οποίους θα άλλαζαν ή όχι το φαγητό του σκύλου τους. Οι «ιδιοκτήτες σκύλων» και οι «σκύλο-γονείς» ανάφεραν ξανά τον κτηνίατρο και το ιατρικό θέμα (σε περίπτωση ασθένειας του σκύλου) ως κύριους λόγους αλλαγής τροφής. Η φρεσκάδα, η αποφυγή χημικών και πρόσθετων συστατικών και η αντιμετώπιση αλλεργιών ήταν επόμενοι λόγοι. Για τους «σκύλο-ανθρώπους» ο πρώτος λόγος ήταν η αποφυγή χημικών και πρόσθετων συστατικών στις τροφές και ο δεύτερος να έχουν έλεγχο των συστατικών που προσφέρουν στο σκύλο τους. Ιατρικοί λόγοι, προτροπή κτηνιάτρου και αντιμετώπιση αλλεργιών ήταν επόμενα. Ως μειονέκτημα για την αλλαγή σκυλοτροφής τέθηκε ο χρόνος, είτε αυτός ήταν ο χρόνος παραγωγής της σπιτικής τροφής ή η έλλειψη χρόνου του ιδιοκτήτη για να ασχοληθεί με το μαγείρεμα. Επίσης και τα τρία γκρουπ πίστευαν ότι δεν ήταν μια ισορροπημένη διατροφή.
Ιδιαίτερα οι «σκύλο-άνθρωποι» ενώ εξέφρασαν την επιθυμία να ελέγχουν τα συστατικά, να περιορίσουν τα χημικά και τα πρόσθετα, με φρέσκια τροφή, δεν είχαν εν τούτοις τις γνώσεις ή τον χρόνο να προσφέρουν μια ισορροπημένη διατροφή. Αυτό, σε συνδυασμό με την αποδοχή συστάσεων από κτηνιάτρους και διατροφολόγους θα είχε ως αποτέλεσμα να είναι πιο δεκτικοί στην ιδέα του σπιτικού μαγειρευτού φαγητού για το σκύλο τους.
Αυτή η νέα ιδέα, το φρέσκο-μαγειρεμένο φαγητό ζητήθηκε να αξιολογηθεί, ως τελευταίος ερευνητικός στόχος. Τα νούμερα δεν ήταν τόσο ενθαρρυντικά. Οι «ιδιοκτήτες κατοικίδιων» – γκρουπ 1- δεν έδειξαν να συμφωνούν με την ιδέα. Οι «σκύλο-γονείς» -γκρουπ 2- ήταν σχεδόν ουδέτεροι, με μικρή κλίση προς το «συμφωνώ». Το τρίτο γκρουπ, «σκύλο-άνθρωποι» έδειξε περισσότερη αποδοχή της ιδέας, αν και δεν ήταν τόσο έντονη όσο η συγγραφέας περίμενε.
Παρόλα αυτά ο ανθρωπομορφισμός των σκύλων είναι γεγονός και στην Ελλάδα και υπάρχουν προοπτικές βελτίωσης όσο οι κηδεμόνες σκύλων ψάχνουν εναλλακτικά είδη διατροφής για τα κατοικίδιά τους. Χρειάζεται ακόμα αρκετή ενημέρωση όσον αφορά στη σωστή και πλήρη διατροφή των σκύλων, περισσότερο στα γκρουπ των «ιδιοκτητών κατοικίδιων» και των «σκύλο-γονέων». Με τη συνδρομή κτηνιάτρων και ειδικών διατροφολόγων, την προβολή μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και γενικότερα το διαδίκτυο, την παρότρυνση από γνωστά δημόσια πρόσωπα και ειδικούς υγιεινής διαβίωσης, μπορεί να προωθηθεί ένας πιο υγιεινός τρόπος διατροφής των μικρών μας φίλων.
Επιπλέον έρευνα θα βοηθούσε να μετρηθεί σε μέγεθος αλλά και σε δυναμικότητα το γκρουπ των «σκύλο-ανθρώπων» για να αξιολογηθεί κατά πόσο αυτό αξίζει να στοχευθεί, ώστε τελικά να αναπτυχθεί το προϊόν που προτείνεται σε αυτή την έρευνα, που είναι το μαγειρευτό φαγητό για σκύλους.

References
Aslanidis, S. (2018), The Hidden “Income” of Pet Foods, Mini Market & Small Retail [Online]. Available at: https://www.minimarketmag.gr/energy-drinks-simantiko-boost-kerdous-gia-ta-mini-market-2/ (Accessed: 20 May 2020) • Aylesworth, B., Chapman, K. and Dobscha, S. (1999), Animal Companions and Marketing: Dogs Are More Than Just a Cell in The BCG Matrix., Advances in Consumer Research, 26, pp.385-391. • Belk, W.,R. (1988), Possessions and the Extended Self, Journal of Consumer Research, 15(9), pp.139-168. • Belk, W.,R. (1996), Metaphoric Relationships With Pets., Society and Animals, 4(2),pp.121-144. • Boya, U.O., Dotson, M.J. and Hyatt, E.M. (2012), Dimensions of The Dog-Human Relationship: A Segmentation Approach., Journal of Targeting, Measurement, and Analysis for Marketing, 20, pp.133-143. • Boya, U.O., Dotson, M.J. and Hyatt, E.M. (2015), A Comparison of Dog Food Choice Criteria Across Dog Owner Segments: An Explanatory Study, International Journal of Consumer Studies, 39, pp.74-82 • Dotson, M.J. and Hyatt, E.M. (2008), Understanding Dog-Human Companionship, Journal of Business Research, 61, pp.457-466. • Forbes, L.S., Trafford, S., Surie, M. (2018), Pet Humanisation: What is it and Does it Influence Purchasing Behaviour?, Dairy & Veterinary Science, 5(2), pp.1-5. • Hill, R.P., Gaines, J. and Wilson, R.M. (2008), Consumer Behaviour, Extended-Self, and Sacred Consumption: An Alternative Perspective From Our Animal Companions., Journal of Business Research, 61, pp.553-562. • Hirschman, E. (1994), Consumers and Their Animal Companions., Journal of Consumer Research, 20(4), pp.616-632. • Holbrook, M., Stephens, D.L., Day, E., Holbrook, S. and Strazar, G. (2001), A Collective Stereographic Photo Essay on Key Aspects of Animal Companionship: The Truth About Cats and Dogs., Academy of Marketing Science Review., 2001, pp.1-17. • Jyrinki, H. (2011), Pet Related Consumption as a Consumer Identity Constructor., International Journal of Consumer Studies, 36, pp.114-120. Jyrinki, H. and Leipamaa-Leskinen, H. (2006), Pets as Extended Self in The Context of Pet Food Consumption, European Advances in Consumer Research, 7, pp.543-549. • Koutifari, E. (2014, October 22). Marketing Week Magazine. Retrieved January 16, 2020, from http://www.marketingweek.gr/default.asp?pid=9&la=1&arId=52174&pg=1&ss • Morelli, G., Marchesini, G., Contiero, E., Fusi, E., Diez, M. and Ricci, R. (2019), A Survey of Dog Owner’s Attitudes towards Treats, Journal of Applied Animal Welfare Science, 2, pp.1-9. • Nulty, D.D. (2008), The adequacy of response rates to online and paper surveys: what can be done?, Assessment & Evaluation in Higher Education, 33:3(6), pp.301–314. • Oliveira, M.C., Brunetto, M.A., Da Silva, F.L., Jeremias, J.T., Tortola, L., Gomes, M.O. and Carciofi, A.C. (2014), Evaluation of the owner’s perception in the use of homemade diets for the nutritional management of dogs., Journal of Nutritional Science, 3(23), pp.1-5. • Remillard, R.L., (2008), Homemade Diets: Attributes, Pitfalls, and a Call for Action., Topics in Companion Animal Medicine, 23,3, pp.137-142. • Ridgway, N.M., Kukar-Kinney, M., Monroe, K.B. and Chamberlin,E. (2008), Does Excessive Buying For Self Relate to Spending on Pets?, Journal of Business Research, 61, pp.392-396. • Saunders M. K, Lewis P. and Thornhill A. (2009) Research Methods for Business Students, 5th edn, Harlow, Pearson. • Schaffer, M. (2009), One Nation Under Dog: Adventures in The New World of Prozac-Popping Puppies, Dog-Park Politics, and Organic Pet Food., New York, Henry Holt and Company. • Schleicher, M., Cash, B.S., Freeman, M.L., (2019) Determinants of Pet Food Purchasing Decisions, The Canadian Veterinary Journal, 60(6), pp.644-650. • Tesfom, G. and Birch, N. (2010), Do They Buy For Their Dogs The Way They Buy For Themselves?, Psychology and Marketing, 27(9), pp.898-912. • The Statistics Portal. (2020) Statista.com [Online]. Available at: https://www.statista.com/outlook/40130000/138/pet-food/greece?currency=eur (Accessed: 25 August, 2020). • Vinassa, M., Vergnano, D., Valle, E., Giribaldi, M., Nery, J., Prola, L., Bergero, D. and Schiavone, A., (2020) Profiling Italian Cat and Dog Owner’s Perceptions of Pet Food Quality Traits., BMC Veterinary Research, 16:131(5), pp.1-10. • White, G.A., Ward, L., Pink, C., Craigon, J and Millar, K.M. (2016), Who’s Been a Good Boy? – Owner Perceptions And Motivations for Treat Giving., Preventive Veterinary Medicine, 132, pp.14-19.

Bibliography
Bryman A., and Bell E. (2015), Business Research Methods, 4th edn, Oxford, Oxford University Press. • Dodd, S.A.S., Cave, J.N., Adolphe, L.J., Shoveller, K.A., Verbrugghe, A. (2019), Plant-Based (Vegan) Diets for Pets: A Survey of Pet Owner Attitudes and Feeding Practices., PLoS ONE, 14(1), pp.1-19. • Miller, J., (2017), How to Choose Dog Food, According to Science- 8 Factors to Consider., [online]. Available at: https://www.jenreviews.com/dog-food/ (Accessed: 3 June 2020). •Morelli, G., Bastianelo, S., Catellani, P. and Ricci, R. (2019), Raw Meat-Based Diets for Dogs: Survey of Owner’s Motivations, Attitudes and Practices., BMC Veterinary Research., 15:74(3), pp.1-10. • Pagkalidou, O. (2020), New Product Marketing Plan: Woof Truck-Treats and Bites., MBA Marketing Course Project., University of Derby. • Pagkalidou, O. (2019), Financial Business Plan: Petlicious Foods., MBA Financial Management Course Project., University of Derby. • Phillips-Donandson, D. (2013), Study: How Petfood Purchasing Decisions are Influenced by Packaging, Retail Channel., [online]. Available at: https://www.petfoodindustry.com/blogs/7-adventures-in-pet-food/post/4671-study-how-petfoodpurchasing-decisions-are-influenced-by-packaging-retail-channel (Accesssed: 3 June 2020). • Rothgerber, H. (2013), A Mety Matter. Pet Diet and the Vegetarian’s Dilemma., Science Direct. Appetite, 68(4), pp.76-82. • Streiff, L.E., Zwischenberger, B., Butterwick, F.R., Wagner, E., Iben, C., Bauer, E.J. (2002), A Comparison of the Nutritional Adequacy of Home-Prepared and Commercial Diets for Dogs., Waltham International Symposium: Pet Nutrition Coming of Age., American Society for Nutritional Science., 132:169(8).

Ολυμπία Χ. Παγκαλίδου
Η Ολυμπία Χ. Παγκαλίδου είναι επιχειρηματίας, εξειδικεύεται σε ανάπτυξη αγορών, διοίκηση και marketing. Έιναι κάτοχος Executive ΜΒΑ από το University of Derby, UK (2020), MA in International Business and Management από το University of Westminster, UK (2000), και BA in Business Administration – Marketing Management & International Business Management από το Deree American College of Greece (1998).
Απασχολείται από το 1993 στο χώρο του επαγγελματικού εξοπλισμού και της εστίασης. Υπήρξε συνιδιοκτήτης εταιρείας πληροφορικής και μηχανογράφησης από το 1999 έως το 2012, καθώς και σύμβουλος, υπεύθυνη projects ή εξωτερική συνεργάτιδα σε διάφορα επιχειρηματικά σχήματα, στην Ελλάδα και στον Καναδά. Από το 2012 ζει και ταξιδεύει ανάμεσα σε Καναδά και Ελλάδα εξασκώντας παράλληλα και τη δραστηριότητα της επαγγελματία φωτογράφου. Μια άλλη αγαπημένη της ενασχόληση είναι τα ζώα συντροφιάς. Η ίδια έχει τρία σκυλιά shihtzu και ασχολείται πολύ με οτιδήποτε έχει σχέση με τη συνεχή βελτίωση της υγείας τους και των συνθηκών διαβίωσης τους. Λατρεύει την κάθε είδους τέχνη, ταξιδεύει πολύ και γνωρίζει νέα μέρη, ξένες κουλτούρες και πολιτισμούς.
Γεννήθηκε το 1975, είναι από τη Δράμα, μεγάλωσε και ζει στην Αθήνα.

Ανδρέας Θεοδωρακόπουλος
Επικοινωνιολόγος, Καθηγητής και συγγραφέας. Πτυχιούχος διοίκησης επιχειρήσεων και Μάρκετινγκ Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος ΜΒΑ από το Kingston University. Είναι πιστοποιημένος εκπαιδευτής ενηλίκων από τον ΕΟΠΠΕΠ και την ΕΣΔΔ καθώς και πιστοποιημένος στα κοινωνικά δίκτυα. Εργάστηκε στην επικοινωνία, τη διαφήμιση, τα ΜΜΕ και στην πολιτική επικοινωνία, παράλληλά στην εκπαίδευση ενηλίκων. Διδάσκει στο Derby university, στην Εθνική Σχολή Δημόσιας και στο Ινστιτούτο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης. Έχει γράψει έξι βιβλία γύρω από το γνωστικό του αντικείμενο και μια ποιητική συλλογή. Συχνά είναι ομιλητής σε συνέδρια και αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.